Γιατί Γράφω Λογοτεχνία του Φανταστικού, πώς Βρίσκω τα θέματά μου και πώς τα Αναπτύσσω





Γράφω λογοτεχνία του Φανταστικού γιατί, πολύ απλά, το φανταστικό είναι αυτό που ταιριάζει απόλυτα με την προσωπικότητά μου. Μπορεί να ζω μια κοινότυπη ζωή, να κάνω μια βαρετή δουλειά, να συναναστρέφομαι προβλέψιμους και προγραμματισμένους ανθρώπους, αλλά τουλάχιστον η διοχέτευση της δημιουργικότητάς μου θέλω να είναι αφιερωμένη στην ανατροπή, στο ασυνήθιστο και στην πρόκληση του αβέβαιου. Είναι μια τάση που κουβαλώ μέσα μου από πολύ μικρό παιδί, όταν τα στρατιωτάκια μου δεν ήταν Αμερικάνοι και Βιετκόνγκ, ή Έλληνες και Γερμανοί, αλλά υπερήρωες που πετούσαν στο διάστημα και αντί για τουφέκια είχαν τηλεκινητικές και τηλεπαθητικές δυνάμεις. Με τα πλαστικά τουβλάκια μου, δεν έχτιζα σπίτια αλλά διαστημόπλοια, που ταξιδεύανε ανάμεσα στους γαλαξίες. Τα άδεια πλαστικά μπουκάλια από αφρόλουτρα και σαμπουάν, ήταν τα ομορφότερα διαπλανητικά μου σκάφη. Οι ινδιάνοι και οι cowboys μου προκαλούσαν ανία, αλλά δε συνέβαινε το ίδιο με τον Spiderman, τον Batman και τον αγαπημένο μου Captain Marvel. Όταν η τηλεόραση πρόβαλε τις σειρές Buck Rogers και Star Trek, για μένα ήταν ιερότερες στιγμές της ζωής μου.

Γενικότερα, ως παιδί με χαρακτήριζαν τα περισσότερα γνωρίσματα που πιστεύω υπήρχαν και σε σας. Έτσι, δεν μπορούμε να πούμε πως η γραφή του φανταστικού είναι κάτι επιτηδευμένο ή μια ενέργεια κατόπιν αποφάσεως. Γεννιέσαι με το φανταστικό μέσα σου. Διάφοροι ψυχαναλυτές βέβαια, θα προσπαθήσουν να αναλύσουν τα πρώτα χρόνια της ζωής σου και να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα διαμόρφωσης του χαρακτήρα, όμως βαθιά μέσα μου, γνωρίζω πως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ακόμη και τα όνειρα της ηλικίας των τριών έως πέντε ετών (τα οποία θυμάμαι ακόμη με αρκετή ζωντάνια και λεπτομέρεια) προερχόντουσαν από τον κόσμο του φανταστικού. Τα περισσότερα ήταν τρομακτικά, αλλά δεν ήταν τρόμοι της καθημερινότητας, ήταν τρόμοι από μια άλλη, ονειρική διάσταση. Και ξαφνικά, όλα γύρω σου αποκτούν ένα διαφορετικό νόημα. Τα μπουκαλάκια με τις κολόνιες και τα καλλυντικά της μαμάς, μεταμορφώνονται σ’ ένα αλχημιστικό εργαστήριο, η κλειστή τηλεόραση δεν είναι παρά μια οθόνη διαστημοπλοίου που μέσα της παρατηρείς ήλιους και πλανήτες ή ελέγχεις άλλα σκάφη. Ακόμη και η κουκούλα του παλτού, οι γαλότσες και τα μάλλινα γάντια σε μεταμορφώνουν σε διαστημάνθρωπο που εξερευνεί έναν άγνωστο πλανήτη, ο οποίος δεν είναι άλλος παρά ο δρόμος από το σπίτι ως το σχολείο. Όλα αποκτούν πλέον μια δεύτερη, διαφορετική υπόσταση που αν θέλεις την ενεργοποιείς ή όχι. Το θέμα είναι, πως στην παιδική μου ηλικία, η δεύτερη υπόσταση ήταν επί το πλείστον ενεργοποιημένη. Δε χρειάζεται να είναι απόκριες για να νιώσεις αστροναύτης ή πειρατής, μπορείς να το κάνεις με τα πιο απλά αντικείμενα.

Φαντάζομαι πως κατανοείτε τώρα τι εννοούσα παραπάνω λέγοντας: «Γεννιέσαι με το φανταστικό μέσα σου». Απλά, σε διαποτίζει και συνεχίζεις να ζεις μαζί του, χωρίς αναγκαστικά να πιστεύεις πως είσαι παρανοϊκός. Και σε κάποια στιγμή της ζωής σου, η πλευρά του φανταστικού γίνεται τόσο αναπάντεχα αβάσταχτη, που πρέπει να βγει έξω με κάθε τρόπο, είτε αυτός ονομάζεται γράψιμο, ζωγραφική, σκηνοθεσία, υποκριτική, ποίηση, γλυπτική, μυθοπλασία ή μουσική. Και αν αναρωτηθεί κανείς αν όλα αυτά προϋποθέτουν καλλιτεχνικές τάσεις, τότε η απάντηση είναι πως: ανεξάρτητα από το αν έχεις ή όχι τέτοιες τάσεις, το φανταστικό θα βγει προς τα έξω σε κάθε περίπτωση, όπως για παράδειγμα με την ανάγνωση, η οποία είναι εξίσου δημιουργική με το γράψιμο, γιατί πολύ απλά, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, ο κάθε αναγνώστης δεν είναι παρά ο δημιουργός ενός διαφορετικού κόσμου, λόγω της εξατομικευμένης σύλληψης του αναγνώσματος.

Ως συγγραφέα του φανταστικού και ως άνθρωπο, με απασχολεί πολύ η πρωτοτυπία στη θεματολογία, αλλά και στη ζωή μου. Δε διαφωνώ με την άποψη ορισμένων λογοτεχνών, πως αυτό που μετράει περισσότερο στο γράψιμο είναι η γενικότερη αισθητική, όπως συμβαίνει κατά κόρο και με τη ζωγραφική, αλλά επιτρέψτε μου να διατηρήσω την προσωπική μου άποψη. Για μένα, αυτό που μετράει περισσότερο στη φανταστική λογοτεχνία, είναι η πρωτότυπη ιδέα, και αυτό πολλές φορές αποτελεί από μόνο του κίνητρο για γράψιμο. Δεν θ’ ανεχόμουν ποτέ να αναπτύξω μια ιδέα την οποία την έχει συλλάβει κάποιος άλλος πριν από μένα. Βέβαια, μου έχει τύχει πάμπολλες φορές να διαπιστώνω πως μερικές ιδέες μου, τις έχουν αναπτύξει συγγραφείς πολύ πριν από μένα, εν αγνεία μου φυσικά, αλλά τουλάχιστον σ’ αυτή την περίπτωση νιώθω όμορφα που κατάφερα να σκεφτώ σχεδόν το ίδιο πράγμα με έναν μαιτρ του είδους.

Ένα από τα θέματα που πραγματικά μ’ ευχαριστεί να αναπτύσσω, είναι η άλλη όψη της δικής μας πραγματικότητας. Δεν έχει σημασία, αν αυτή η «άλλη όψη» έχει υπόσταση μεταφυσική, επιστημονική ή εξωγήινη, αλλά το γεγονός ότι υπάρχει κάτι άλλο πίσω από αυτό που βλέπουμε, ή αισθανόμαστε. Βασικός στόχος της θεματολογίας αυτής είναι ο ερεθισμός της σκέψης του αναγνώστη. Με λίγα λόγια, ο προσανατολισμός του σε ένα νέο τρόπο θέασης των πραγμάτων, που δεν αποσκοπεί αναγκαστικά να προβληματίσει, αλλά πολλές φορές ακόμη και να ψυχαγωγήσει. Όπως θα έχετε διαπιστώσει οι περισσότεροι από εσάς, τις περισσότερες φορές, δεν είμαστε εμείς που βρίσκουμε τα θέματα, αλλά εκείνα που βρίσκουν εμάς. Η καθημερινότητα είναι γεμάτη θέματα, και το μόνο που χρειάζεται για να τα εντάξεις στην φανταστική λογοτεχνία, είναι απλώς να τα κοιτάξεις από μια διαφορετική οπτική γωνία. Για παράδειγμα, ερωτήματα του τύπου: «ποιος είναι ο σκοπός του φωτιστικού μου, πέρα από το να φωτίζει μια σκοτεινή γωνία του σαλονιού μου;», «ποιος πραγματικά είναι ο διαχειριστής της πολυκατοικίας μου;», «τι συμβαίνει μέσα στην αποθήκη μου όταν σβήνω το φως και κλείνω την πόρτα;» γεννούν από μόνα τους εκατοντάδες φανταστικές ιστορίες. Αυτού του είδους η σκέψη, μαζί με την αγάπη μου για τα κινήματα του σουρεαλισμού, του νταντά, του εξπρεσιονισμού, σε όσες μορφές της τέχνης εκδηλώθηκαν, τον έρωτά μου για συγκεκριμένους συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, ο Μέινρικ, ο Πόε, ο Λάβκραφτ, ο Λιγκότι, ο Χόντζον, ο Μάκεν και ο Σμιθ, για σκηνοθέτες όπως ο Ρόμπερτ Βίνε, ο Φριτς Λανγκ, ο Ντέιβιντ Λίντς, ο Τζες Φράνκο και ο Ρομάν Πολάνσκι, για ζωγράφους όπως ο Ρόθκο, ο ντε Κίρικο, ο Νταλί, ο  Έσσερ και ο Ιερόνυμος Μπος, τα άγχη μου για την απόλυτη κυβερνοπανκ εποχή που ήδη διανύουμε, τους φόβους μου για την ολική καταστροφή της ανθρωπότητας, την ελπίδες μου για έναν απόλυτα πνευματικά ελεύθερο άνθρωπο και φυσικά την πρωτοτυπία, συνθέτουν τον κορμό έμπνευσης της θεματολογίας μου. 



Η ανάπτυξη των θεμάτων μου συνίσταται επί μέρους στην τέχνη της αποπλάνησης. Ο αναγνώστης του φανταστικού, δεν ανήκει σε κείνη την ξενέρωτη μερίδα των αναγνωστών που κριτικάρουν κάθε φράση που συναντούν, αλλά είναι εκείνος που ηθελημένα θέλει να παραμυθιαστεί, αυτός που έχει ανάγκη να ταξιδέψει αλλού. Και στο σημείο αυτό θέλω να σταθώ. Όλο το διήγημα πρέπει να είναι μια καλοστημένη παγίδα που αποπλανεί τον αναγνώστη σε ένα δάσος που ολοένα γίνεται πιο πυκνό και σκοτεινό. Ο αναγνώστης, που έχει ήδη ταυτιστεί με την κοκκινοσκουφίτσα, παρασύρεται με μια απίστευτη λαχτάρα για τους κινδύνους του σκοτεινού δάσους, γιατί πολύ απλά, ξέρει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να δώσει τέλος σ’ αυτή την περιπέτεια, κλείνοντας το βιβλίο του. Όμως, εδώ δεν αναφέρομαι σε ιστορίες τρόμου, αλλά σε δομές γραφής που πηγάζουν υποσυνείδητα πρώτα από τον συγγραφέα. Πραγματικά, πολύ σπάνια έχω κατασκευάσει σκελετό για κάποιο διήγημά μου. Δρω δια της αφαιρετικής μεθόδου και της αναδιάταξης. Δηλαδή, πρώτα σκέφτομαι για μερικές μέρες αυτό που θέλω να γράψω, μετά, γράφω το όλο κείμενο μονοκονδυλιά κι έπειτα αρχίζω και κόβω φράσεις και μετακινώ παραγράφους.

Και όλα αυτά συμβαίνουν και δονούνται κάτω από το πρίσμα της εξαπάτησης. Η εξαπάτηση συνίσταται επίσης, και στην ευρηματική τεχνική πολλών δασκάλων του είδους, όπως είναι η τέλεια ανάμιξη του πραγματικού και του φανταστικού στοιχείου. Και όπως θα έχετε καταλάβει, η τεχνική αυτή βρίσκεται υπερβολικά κοντά σ΄ αυτό που ανάφερα παραπάνω ως πηγή έμπνευσης. Είναι πολύ πιο εύκολο να παρασύρεις κάποιον σ’ ένα παιχνίδι με οικεία πράγματα, παρά σε ένα άλλο με εντελώς άγνωστα. Με λίγα λόγια είναι πολύ πιο δελεαστικό να παρουσιάσεις ένα κοινότυπο ήρωα που βρίσκεται μπλεγμένος στις πιο ανήκουστες περιπέτειες στην άκρη του σύμπαντος, παρά ο χαρακτήρας σου να είναι ένα αλλόκοτο ον από μια άλλη διάσταση που καταλήγει σε μια μεγαλούπολη της γης. Με γνώμονα όλα τα παραπάνω, ξετυλίγω το μίτο που οδηγεί στο Μινώταυρο και όχι στην έξοδο του λαβύρινθου. Αν έκανα το αντίθετο, θα ήμουν ερευνητής και όχι λογοτέχνης. Γιατί τι άλλο είμαστε εμείς, πέρα από δημιουργοί τεράτων, ζωγράφοι ονείρων και άσημοι παραμυθάδες που ζουν με την ελπίδα ενός καλύτερου επερχόμενου κόσμου;

Δημήτρης Δελαρούδης
(από την εισήγησή μου στην 1η πανελλήνια συνάντηση συγγραφέων και φίλων της επιστημονικής φαντασίας, Μάρτιος 2005)



images by Pixabay.com